BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ακριβολογώ

говорить точно, отчетливо произносить

speak with precision, enunciate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώακριβολογώ
εσύακριβολογείς
αυτός/ή/όακριβολογεί
εμείςακριβολογούμε
εσείςακριβολογείτε
αυτοί/ές/άακριβολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώακριβολόγησα
εσύακριβολόγησες
αυτός/ή/όακριβολόγησε
εμείςακριβολογήσαμε
εσείςακριβολογήσατε
αυτοί/ές/άακριβολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ακριβολογήσω
εσύθα ακριβολογήσεις
αυτός/ή/όθα ακριβολογήσει
εμείςθα ακριβολογήσουμε
εσείςθα ακριβολογήσετε
αυτοί/ές/άθα ακριβολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώακριβολογούσα
εσύακριβολογούσες
αυτός/ή/όακριβολογούσε
εμείςακριβολογούσαμε
εσείςακριβολογούσατε
αυτοί/ές/άακριβολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ακριβολογώ
εσύθα ακριβολογείς
αυτός/ή/όθα ακριβολογεί
εμείςθα ακριβολογούμε
εσείςθα ακριβολογείτε
αυτοί/ές/άθα ακριβολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ακριβολογήσει
εσύέχεις ακριβολογήσει
αυτός/ή/όέχει ακριβολογήσει
εμείςέχουμε ακριβολογήσει
εσείςέχετε ακριβολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν ακριβολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ακριβολογήσει
εσύείχες ακριβολογήσει
αυτός/ή/όείχε ακριβολογήσει
εμείςείχαμε ακριβολογήσει
εσείςείχατε ακριβολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν ακριβολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ακριβολογήσει
εσύθα έχεις ακριβολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει ακριβολογήσει
εμείςθα έχουμε ακριβολογήσει
εσείςθα έχετε ακριβολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ακριβολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύακριβολόγησε
εσείςακριβολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςακριβολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ακριβολογήσω
εσύνα ακριβολογήσεις
αυτός/ή/όνα ακριβολογήσει
εμείςνα ακριβολογήσουμε
εσείςνα ακριβολογήσετε
αυτοί/ές/άνα ακριβολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ακριβολογώ
εσύνα ακριβολογείς
αυτός/ή/όνα ακριβολογεί
εμείςνα ακριβολογούμε
εσείςνα ακριβολογείτε
αυτοί/ές/άνα ακριβολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ακριβολογήσει
εσύνα έχεις ακριβολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει ακριβολογήσει
εμείςνα έχουμε ακριβολογήσει
εσείςνα έχετε ακριβολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ακριβολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ακριβολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ακριβολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ακριβολογούσα
εσύθα ακριβολογούσες
αυτός/ή/όθα ακριβολογούσε
εμείςθα ακριβολογούσαμε
εσείςθα ακριβολογούσατε
αυτοί/ές/άθα ακριβολογούσαν