BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ακουμπάω, ακουμπώ

неправильный

класть, прислонять, покоиться, касаться

lay, lean, repose, touch

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώακουμπάω, ακουμπώ
εσύακουμπάς
αυτός/ή/όακουμπάει, ακουμπά
εμείςακουμπάμε, ακουμπούμε
εσείςακουμπάτε
αυτοί/ές/άακουμπάνε, ακουμπούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώακούμπησα
εσύακούμπησες
αυτός/ή/όακούμπησε
εμείςακουμπήσαμε
εσείςακουμπήσατε
αυτοί/ές/άακούμπησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ακουμπήσω
εσύθα ακουμπήσεις
αυτός/ή/όθα ακουμπήσει
εμείςθα ακουμπήσουμε
εσείςθα ακουμπήσετε
αυτοί/ές/άθα ακουμπήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώακουμπούσα
εσύακουμπούσες
αυτός/ή/όακουμπούσε
εμείςακουμπούσαμε
εσείςακουμπούσατε
αυτοί/ές/άακουμπούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ακουμπάω, ακουμπώ
εσύθα ακουμπάς
αυτός/ή/όθα ακουμπάει, ακουμπά
εμείςθα ακουμπάμε, ακουμπούμε
εσείςθα ακουμπάτε
αυτοί/ές/άθα ακουμπάνε, ακουμπούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ακουμπήσει
εσύέχεις ακουμπήσει
αυτός/ή/όέχει ακουμπήσει
εμείςέχουμε ακουμπήσει
εσείςέχετε ακουμπήσει
αυτοί/ές/άέχουν ακουμπήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ακουμπήσει
εσύείχες ακουμπήσει
αυτός/ή/όείχε ακουμπήσει
εμείςείχαμε ακουμπήσει
εσείςείχατε ακουμπήσει
αυτοί/ές/άείχαν ακουμπήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ακουμπήσει
εσύθα έχεις ακουμπήσει
αυτός/ή/όθα έχει ακουμπήσει
εμείςθα έχουμε ακουμπήσει
εσείςθα έχετε ακουμπήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ακουμπήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύακούμπησε
εσείςακουμπήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύακούμπα
εσείςακουμπάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ακουμπήσω
εσύνα ακουμπήσεις
αυτός/ή/όνα ακουμπήσει
εμείςνα ακουμπήσουμε
εσείςνα ακουμπήσετε
αυτοί/ές/άνα ακουμπήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ακουμπάω, ακουμπώ
εσύνα ακουμπάς
αυτός/ή/όνα ακουμπάει, ακουμπά
εμείςνα ακουμπάμε, ακουμπούμε
εσείςνα ακουμπάτε
αυτοί/ές/άνα ακουμπάνε, ακουμπούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ακουμπήσει
εσύνα έχεις ακουμπήσει
αυτός/ή/όνα έχει ακουμπήσει
εμείςνα έχουμε ακουμπήσει
εσείςνα έχετε ακουμπήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ακουμπήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ακουμπήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ακουμπώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ακουμπούσα
εσύθα ακουμπούσες
αυτός/ή/όθα ακουμπούσε
εμείςθα ακουμπούσαμε
εσείςθα ακουμπούσατε
αυτοί/ές/άθα ακουμπούσαν