BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

αισχρολογώ

сквернословить, ругаться, говорить непристойности

use obscenities, swear, curse, talk smut

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαισχρολογώ
εσύαισχρολογείς
αυτός/ή/όαισχρολογεί
εμείςαισχρολογούμε
εσείςαισχρολογείτε
αυτοί/ές/άαισχρολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαισχρολόγησα
εσύασχρολόγησες
αυτός/ή/όαισχρολόγησε
εμείςαισχρολογήσαμε
εσείςαισχρολογήσατε
αυτοί/ές/άαισχρολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αισχρολογήσω
εσύθα αισχρολογήσεις
αυτός/ή/όθα αισχρολογήσει
εμείςθα αισχρολογήσουμε
εσείςθα αισχρολογήσετε
αυτοί/ές/άθα αισχρολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαισχρολογούσα
εσύαισχρολογούσες
αυτός/ή/όαισχρολογούσε
εμείςαισχρολογούσαμε
εσείςαισχρολογούσατε
αυτοί/ές/άαισχρολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αισχρολογώ
εσύθα αισχρολογείς
αυτός/ή/όθα αισχρολογεί
εμείςθα αισχρολογούμε
εσείςθα αισχρολογείτε
αυτοί/ές/άθα αισχρολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αισχρολογήσει
εσύέχεις αισχρολογήσει
αυτός/ή/όέχει αισχρολογήσει
εμείςέχουμε αισχρολογήσει
εσείςέχετε αισχρολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν αισχρολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αισχρολογήσει
εσύείχες αισχρολογήσει
αυτός/ή/όείχε αισχρολογήσει
εμείςείχαμε αισχρολογήσει
εσείςείχατε αισχρολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν αισχρολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αισχρολογήσει
εσύθα έχεις αισχρολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει αισχρολογήσει
εμείςθα έχουμε αισχρολογήσει
εσείςθα έχετε αισχρολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αισχρολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαισχρολόγησε
εσείςαισχρολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαισχρολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αισχρολογήσω
εσύνα αισχρολογήσεις
αυτός/ή/όνα αισχρολογήσει
εμείςνα αισχρολογήσουμε
εσείςνα αισχρολογήσετε
αυτοί/ές/άνα αισχρολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αισχρολογώ
εσύνα αισχρολογείς
αυτός/ή/όνα αισχρολογεί
εμείςνα αισχρολογούμε
εσείςνα αισχρολογείτε
αυτοί/ές/άνα αισχρολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αισχρολογήσει
εσύνα έχεις αισχρολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει αισχρολογήσει
εμείςνα έχουμε αισχρολογήσει
εσείςνα έχετε αισχρολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αισχρολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αισχρολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αισχρολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αισχρολογούσα
εσύθα αισχρολογούσες
αυτός/ή/όθα αισχρολογούσε
εμείςθα αισχρολογούσαμε
εσείςθα αισχρολογούσατε
αυτοί/ές/άθα αισχρολογούσαν