BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αισιοδοξώ

быть оптимистом, надеяться

be optimistic, hope

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαισιοδοξώ
εσύαισιοδοξείς
αυτός/ή/όαισιοδοξεί
εμείςαισιοδοξούμε
εσείςαισιοδοξείτε
αυτοί/ές/άαισιοδοξούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαισιοδόξησα
εσύαισιοδόξησες
αυτός/ή/όαισιοδόξησε
εμείςαισιοδοξήσαμε
εσείςαισιοδοξήσατε
αυτοί/ές/άαισιοδόξησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αισιοδοξήσω
εσύθα αισιοδοξήσεις
αυτός/ή/όθα αισιοδοξήσει
εμείςθα αισιοδοξήσουμε
εσείςθα αισιοδοξήσετε
αυτοί/ές/άθα αισιοδοξήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαισιοδοξούσα
εσύαισιοδοξούσες
αυτός/ή/όαισιοδοξούσε
εμείςαισιοδοξούσαμε
εσείςαισιοδοξούσατε
αυτοί/ές/άαισιοδοξούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αισιοδοξώ
εσύθα αισιοδοξείς
αυτός/ή/όθα αισιοδοξεί
εμείςθα αισιοδοξούμε
εσείςθα αισιοδοξείτε
αυτοί/ές/άθα αισιοδοξούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αισιοδοξήσει
εσύέχεις αισιοδοξήσει
αυτός/ή/όέχει αισιοδοξήσει
εμείςέχουμε αισιοδοξήσει
εσείςέχετε αισιοδοξήσει
αυτοί/ές/άέχουν αισιοδοξήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αισιοδοξήσει
εσύείχες αισιοδοξήσει
αυτός/ή/όείχε αισιοδοξήσει
εμείςείχαμε αισιοδοξήσει
εσείςείχατε αισιοδοξήσει
αυτοί/ές/άείχαν αισιοδοξήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αισιοδοξήσει
εσύθα έχεις αισιοδοξήσει
αυτός/ή/όθα έχει αισιοδοξήσει
εμείςθα έχουμε αισιοδοξήσει
εσείςθα έχετε αισιοδοξήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αισιοδοξήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαισιοδόξησε
εσείςαισιοδοξήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαισιοδοξείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αισιοδοξήσω
εσύνα αισιοδοξήσεις
αυτός/ή/όνα αισιοδοξήσει
εμείςνα αισιοδοξήσουμε
εσείςνα αισιοδοξήσετε
αυτοί/ές/άνα αισιοδοξήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αισιοδοξώ
εσύνα αισιοδοξείς
αυτός/ή/όνα αισιοδοξεί
εμείςνα αισιοδοξούμε
εσείςνα αισιοδοξείτε
αυτοί/ές/άνα αισιοδοξούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αισιοδοξήσει
εσύνα έχεις αισιοδοξήσει
αυτός/ή/όνα έχει αισιοδοξήσει
εμείςνα έχουμε αισιοδοξήσει
εσείςνα έχετε αισιοδοξήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αισιοδοξήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αισιοδοξήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αισιοδοξώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αισιοδοξούσα
εσύθα αισιοδοξούσες
αυτός/ή/όθα αισιοδοξούσε
εμείςθα αισιοδοξούσαμε
εσείςθα αισιοδοξούσατε
αυτοί/ές/άθα αισιοδοξούσαν