BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αερίζω

проветривать

ventilate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαερίζω
εσύαερίζεις
αυτός/ή/όαερίζει
εμείςαερίζουμε
εσείςαερίζετε
αυτοί/ές/άαερίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαέρισα
εσύαέρισες
αυτός/ή/όαέρισε
εμείςαερίσαμε
εσείςαερίσατε
αυτοί/ές/άαέρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αερίσω
εσύθα αερίσεις
αυτός/ή/όθα αερίσει
εμείςθα αερίσουμε
εσείςθα αερίσετε
αυτοί/ές/άθα αερίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαέριζα
εσύαέριζες
αυτός/ή/όαέριζε
εμείςαερίζαμε
εσείςαερίζατε
αυτοί/ές/άαέριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αερίζω
εσύθα αερίζεις
αυτός/ή/όθα αερίζει
εμείςθα αερίζουμε
εσείςθα αερίζετε
αυτοί/ές/άθα αερίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αερίσει
εσύέχεις αερίσει
αυτός/ή/όέχει αερίσει
εμείςέχουμε αερίσει
εσείςέχετε αερίσει
αυτοί/ές/άέχουν αερίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αερίσει
εσύείχες αερίσει
αυτός/ή/όείχε αερίσει
εμείςείχαμε αερίσει
εσείςείχατε αερίσει
αυτοί/ές/άείχαν αερίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αερίσει
εσύθα έχεις αερίσει
αυτός/ή/όθα έχει αερίσει
εμείςθα έχουμε αερίσει
εσείςθα έχετε αερίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αερίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαέρισε
εσείςαερίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαέριζε
εσείςαερίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αερίσω
εσύνα αερίσεις
αυτός/ή/όνα αερίσει
εμείςνα αερίσουμε
εσείςνα αερίσετε
αυτοί/ές/άνα αερίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αερίζω
εσύνα αερίζεις
αυτός/ή/όνα αερίζει
εμείςνα αερίζουμε
εσείςνα αερίζετε
αυτοί/ές/άνα αερίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αερίσει
εσύνα έχεις αερίσει
αυτός/ή/όνα έχει αερίσει
εμείςνα έχουμε αερίσει
εσείςνα έχετε αερίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αερίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αερίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αερίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αέριζα
εσύθα αέριζες
αυτός/ή/όθα αέριζε
εμείςθα αερίζαμε
εσείςθα αερίζατε
αυτοί/ές/άθα αέριζαν