BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αγιάζω

освящать, посвящать

sanctify, consecrate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαγιάζω
εσύαγιάζεις
αυτός/ή/όαγιάζει
εμείςαγιάζουμε
εσείςαγιάζετε
αυτοί/ές/άαγιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώάγιασα
εσύάγιασες
αυτός/ή/όάγιασε
εμείςαγιάσαμε
εσείςαγιάσατε
αυτοί/ές/άάγιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αγιάσω
εσύθα αγιάσεις
αυτός/ή/όθα αγιάσει
εμείςθα αγιάσουμε
εσείςθα αγιάσετε
αυτοί/ές/άθα αγιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώάγιαζα
εσύάγιαζες
αυτός/ή/όάγιαζε
εμείςαγιάζαμε
εσείςαγιάζατε
αυτοί/ές/άάγιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αγιάζω
εσύθα αγιάζεις
αυτός/ή/όθα αγιάζει
εμείςθα αγιάζουμε
εσείςθα αγιάζετε
αυτοί/ές/άθα αγιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αγιάσει
εσύέχεις αγιάσει
αυτός/ή/όέχει αγιάσει
εμείςέχουμε αγιάσει
εσείςέχετε αγιάσει
αυτοί/ές/άέχουν αγιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αγιάσει
εσύείχες αγιάσει
αυτός/ή/όείχε αγιάσει
εμείςείχαμε αγιάσει
εσείςείχατε αγιάσει
αυτοί/ές/άείχαν αγιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αγιάσει
εσύθα έχεις αγιάσει
αυτός/ή/όθα έχει αγιάσει
εμείςθα έχουμε αγιάσει
εσείςθα έχετε αγιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αγιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύάγιασε
εσείςαγιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύάγιαζε
εσείςαγιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αγιάσω
εσύνα αγιάσεις
αυτός/ή/όνα αγιάσει
εμείςνα αγιάσουμε
εσείςνα αγιάσετε
αυτοί/ές/άνα αγιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αγιάζω
εσύνα αγιάζεις
αυτός/ή/όνα αγιάζει
εμείςνα αγιάζουμε
εσείςνα αγιάζετε
αυτοί/ές/άνα αγιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αγιάσει
εσύνα έχεις αγιάσει
αυτός/ή/όνα έχει αγιάσει
εμείςνα έχουμε αγιάσει
εσείςνα έχετε αγιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αγιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αγιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αγιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα άγιαζα
εσύθα άγιαζες
αυτός/ή/όθα άγιαζε
εμείςθα αγιάζαμε
εσείςθα αγιάζατε
αυτοί/ές/άθα άγιαζαν